Θανάσης Σκρουμπέλος: “Είμαστε τα παιδιά αυτών που βασανίστηκαν στη Μακρόνησο”

Η «Η Νύχτα τ’ Άγι’ Αντώνη», είναι μια ταινία μυθοπλασίας για τα εγκλήματα της Μακρονήσου. Και το νέο σας βιβλίο «Ο Άνθρωπος με τα τρύπια πόδια» (Μακρόνησος Β11)», είναι βασισμένο πάνω στις ιστορίες της Μακρονήσου. Στο τέλος του βιβλίου δημοσιεύεται και το σενάριο της ταινίας. Τι σας έκανε να επιστρέψετε καλλιτεχνικά σε εκείνη την περίοδο, 45 χρόνια μετά τους Νέους Παρθενώνες με την ομάδα των 4;

Κατ’ αρχήν δεν είναι επιστροφή. Είναι μια συνέχεια που υπάρχει.

Όλα αυτά τα χρόνια κάθε καλοκαίρι πηγαίνουμε Μακρόνησο, περπατάμε όλο το νησί και μιλάμε, κάτι σαν φόρο τιμής. Αυτό που συνέβη στη Μακρόνησο είναι ένα αιώνιο γεγονός που πρέπει να μείνει καταγραμμένο σαν παράδειγμα του πώς λειτουργεί η εξουσία όταν θέλει να εξοντώσει τον αντίπαλό της.

Όταν πατήσαμε το πόδι μας στο νησί, αμέσως μετά τη χούντα το ’74, ήμασταν το πρώτο μη κυβερνητικό κινηματογραφικό συνεργείο που βρέθηκε ποτέ στη Μακρόνησο. Πάνω στο νησί υπήρχαν ακόμα διάσπαρτα αντικείμενα κράνη, μπότες κλπ. Τα μαζέψαμε και κάναμε ένα μικρό μουσείο στα γραφεία του Ρήγα Φεραίου.

Τότε, μέσα στην έντονη πολιτικοποίηση, το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε είναι να καταγράψουμε και να φτιάξαμε ένα ντοκιμαντέρ. Σήμερα έχουν περάσει σχεδόν δυο γενιές και πλέον είναι ώριμο η ιστορία της Μακρονήσου να γίνει και θέατρο, δράμα. Το δράμα δεν μπορεί να γίνει αμέσως, πρέπει να χωνέψεις την ιστορία. Να περάσει στη μνήμη, την επεξεργασία του μυαλού και της καρδιάς και να γίνει βίωμα.

Το βιβλίο είναι μια προετοιμασία για την ταινία. Ακριβώς γιατί το θέατρο είναι αρκετά αφαιρετικό και μέσα σε μια ώρα και σε ένα περιορισμένο χώρο πρέπει να πεις πολλά πράγματα, γι’ αυτό νομίζω πως το βιβλίο λειτουργεί σαν μια εισαγωγή.

Το θεατρικό αποφασίσαμε να το κάνουμε ταινία. Χωρίς λεφτά.. Όλοι όσοι συμμετείχαν ήρθαν με φιλική συμμετοχή. Και ήταν παραγωγή της Ομάδας Κολωνού «Arte Povera» με την οποία θέλουμε να κάνουμε αναφορά στο κίνημα που εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70 στην Ιταλία και συγκρούστηκε με τα δεδομένα των γκαλερί. Μέλος της ήταν και ο Γιάννης Κουνέλης.

Αν δεις την ταινία και τα ντεκόρ, είναι καθαρά Arte Povera. Δεν πρόκειται για φτωχή ταινία, που ούτως ή άλλως είναι, αλλά για ταινία με στόχο να αναδείξει τις συνδέσεις με το ιταλικό καλλιτεχνικό κίνημα. Τα υλικά είναι φτωχά, τα νάιλον, το ξύλο, υλικά που βρίσκαμε στο δρόμο. Φτωχή ταινία όμως δεν σημαίνει και φτωχή αισθητική.

Στο σενάριο της ταινίας, δυο παιδιά, που ο πατέρας τους είχε κακοποιηθεί εκεί πέρα και μετά από χρόνια, μη μπορώντας να ξεπεράσει την πληγή, αυτοκτόνησε, αποφασίζουν να εκδικηθούν το βασανιστή του. Οργανώνουν μια έκθεση ζωγραφικής από πρώην κρατούμενους και προσπαθούν να φέρουν εκεί τον παλιό βασανιστή του πατέρα τους.

Τόσο στην ταινία όσο και στο βιβλίο αναφέρετε μια σειρά από απίστευτα βασανιστήρια που δεν τιμωρήθηκαν ποτέ. Ταυτόχρονα βάζετε τους βασανιστές να εξαπολύουν μια πολιτική και ιδεολογική απάντηση σε αυτούς που τους δικάζουν, έστω και συμβολικά. Πώς δημιουργήσατε τους χαρακτήρες;

Οι γονείς μας είχαν κάνει εκεί πέρα. Είμαστε τα παιδιά αυτών που βασανίστηκαν στη Μακρόνησο. Είχαμε ζωντανές τις εμπειρίες. Τις ακούγαμε τις ιστορίες αυτές. Μας τις λέγανε. Δεν είναι όπως τώρα που ο περισσότερος κόσμος που ήταν στη Μακρόνησο πλέον δε ζει.

Όμως οι αυτόπτες μάρτυρες που ήταν εκεί, ο καθένας είχε τη γνώση του κομματιού που ζούσε. Δεν είχε το σύνολο. Γιατί ήταν άλλο πράγμα η ΣΦΑ, άλλο το 1ο τάγμα, άλλο το 2ο. Δεν ξέρανε τα επιμέρους. Όλα μαζί τα συνδέσαμε μετά με τις αφηγήσεις των διαφορετικών κομματιών.

Και δεν είναι μόνο ότι δεν ξέρανε. Δεν θέλανε κιόλας να μιλήσουν. Οι δικοί μου δεν θέλανε ούτε να μιλάνε για την Μακρόνησο, ούτε να ξαναπάνε. Όμως εμείς μετά από χρόνια το βλέπουμε όλο αυτό και θέλουμε να το ερευνήσουμε. Αυτοί το έχουν ζήσει και δεν θέλουν να το επαναφέρουν. Είναι σαν και αυτούς που έζησαν στο Άουσβιτς και δεν θέλανε να πάνε για δεκαετίες.

Ακόμα και ο κόσμος που υπέγραψε, και μιλάμε για το 90% (κάποιοι μάλιστα βγήκαν στον πόλεμο στο πλευρό του εθνικού στρατού), παρόλο που υπέγραψαν, δεν έχασαν την συνείδησή τους. Όταν το ’52 γίνονται εκλογές και στη Μακρόνησο η πλειοψηφία του κόσμου ψηφίζει ΕΔΑ, οι Αμερικάνοι τραβάγανε τα μαλλιά τους. Ήταν κόσμος απλός που είχε παιδιά και οικογένειες και δεν άντεχε τα βασανιστήρια αλλά άνηκε στην αριστερά.

Όμως υπήρχαν και οι ήρωες όπως ο πλοίαρχος και συνδικαλιστής της ΠΝΟ, Τατάκης, που κράτησε όρθιος, άντεξε, 33 μέρες όρθιος. Τον χτύπαγαν να τον ρίξουν κάτω και να λυγίσει και τελικά τον φάγανε. Αυτό είναι ένα όνομα που ξεχωρίζει γιατί μπορείς να προσωποποιήσεις το δράμα και το μαρτύριο της Μακρονήσου. Η Μακρόνησος είναι ένας τόπος μαρτυρίου. Και μέσα στους μάρτυρες υπάρχουν και οι ήρωες.

Τώρα στις 28 Φεβρουαρίου είναι η επέτειος της σφαγής των 300. Τους χτυπήσανε, τους ώθησαν στην εξέγερση, μετά τους καθάρισαν εν ψυχρώ και τους φουντάρανε στον Αι’ Γιώργη. Ο αριθμός τους είναι κατ’ εκτίμηση. Η επίσημη αναφορά μιλάει για 17 άτομα. Η μαρτυρία του Μίμη Βονταμίτη που ήταν ο καϊκτσής μιλάει για 280. Ένας γιατρός που πήγε να τους κοιτάξει, μιλάει για 320.

Σε όλα τα βιβλία μου υπάρχει μια λογική ιστορίας από τα κάτω, στα πλαίσια μιας μικρής γειτονιάς, που όμως κάθε ιστορία έχει το σπέρμα της. Γενικεύοντας ή μεγεθύνοντας το μικρό πιάνεις όλο τον κόσμο. Αυτή είναι και η έννοια της Arte Povera. Από το τίποτα να παράγεις πολιτισμό μεγάλο.

Ο αναθεωρητισμός σήμερα θέλει να μας κάνει να βγάλουμε από τη μνήμη μας ολόκληρα κομμάτια της ιστορίας; Πώς απαντάτε σε αυτό;

Γι’ αυτό έφτιαξα το βιβλίο και την ταινία για εκείνη την περίοδο, για να μην ξεχνάμε. Θέλω να συντηρήσω την παλιά μνήμη

Υπάρχει μια τελευταία γενιά ιστορικών που ανιχνεύουν αυτά τα πράγματα. Και χρειάζεται να προστατέψουμε αυτές τις μνήμες απέναντι στους αναθεωρητές. Που δεν είναι μόνο εδώ αλλά παντού. Ο αναθεωρητισμός γίνεται εργαλείο της δεξιάς. Φτάνουν να λένε πως δεν υπήρχε Άουσβιτς.

Το ίδιο βλέπουμε ακόμα και σήμερα που σφάζουν ένα ολόκληρο λαό στη Συρία. Πώς θα το αιτιολογήσουν; Μεθαύριο θα πουν πως φαγώθηκαν μεταξύ τους. Χρησιμοποιούν τις μνήμες και την ιστορία όπως θέλουν αυτοί. Μετά από 40 χρόνια θα βγουν και θα λένε ότι δεν έγινε τίποτα.

Υπήρξατε ενεργός στον αντιδικτατορικό αγώνα, αργότερα για χρόνια μέλος του ΚΚΕ Εσωτερικού, υπεύθυνος στο Ρήγα Φεραίο σε διάφορα πόστα…

Γύρω στο ‘68 πιάνουν μια μεγάλη ομάδα του Ρήγα και μαθαίνω πως μας κυνηγάνε. Παραμείναμε πια ένας πολύ μικρός μηχανισμός του Ρήγα. Με τον Λογοθέτη ήμασταν υπεύθυνοι του πολύγραφου που τυπωνότανε ο Θούριος, η εφημερίδα μας. Την ίδια περίοδο βρήκαμε από φίλους της Καλών τεχνών linoleum και φτιάξαμε αυτές τις 12 περίφημες αφίσες του Ρήγα. Με αυτές σπάσαμε το σοσιαλιστικό ρεαλισμό της αριστεράς και βάλαμε αφηρημένα σχέδια και χρώματα δίνοντας μια άλλη πνοή στην αφίσα.

Το μηχανισμό τον κρατήσαμε για λίγους μήνες ακόμα και είχαμε το Μίμη Μανωλάκο γραμματέας του Ρήγα τότε. Όμως λίγο καιρό μετά τα πράγματα στενεύουν πολύ και στο τέλος καταφέρνουμε να φύγουμε στο εξωτερικό. Πέντε ήμασταν από το Ρήγα που τελικά δεν πιαστήκαμε. Ο Αγαπίου, ο Μανωλάκος, ο Λογοθέτης, η Νικολίτσα και εγώ βγήκαμε το 1970-71 έξω, στην Ιταλία.

Προσωπικά το ‘71 πάω Λονδίνο με μια υποτροφία να σπουδάσω σινεμά και είμαστε μαζί με τον Κώστα Χρονόπουλο. Τελικά τα παράτησα όλα όταν ξαναγύρισα πάλι στην Ελλάδα. Στο Λονδίνο και γενικά, ερχόμενος σε επαφή με το εξωτερικό, βρήκες έναν άλλο κόσμο της αριστεράς.

Δηλαδή εδώ δίπλωνες την Αυγή πριν τη χούντα, έτρωγες καρπαζιά και έτρεχες κάθε δεύτερο απόγευμα στην ασφάλεια για εξακρίβωση. Ενώ όταν πρωτοπήγα στη Ρώμη, έπεσα πάνω σε μια διαδήλωση του PC με εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο με κόκκινες σημαίες. Έπαθα πλάκα, νόμιζα ότι ζούσα στον παράδεισο.

Εκεί ήταν που πέρασα από διάφορες φάσεις. Τότε υπήρξα στην ΟΣΕ που συνάντησα τη Μαρία, τον Πάνο, τον Κώστα, την Κατερίνα. Αλλά μπλέχτηκα και σε άλλες οργανώσεις. Όμως όταν γύρισα πλέον πίσω στη γειτονιά μου, επειδή ήμουν μέλος της κοινότητας του Κολωνού με κάνανε γραμματέα του ΚΚΕ εσωτερικού και με κάνανε και υπεύθυνο του Ρήγα στο τοπικό. Ωστόσο, από το ’80 και μετά αλάργεψα. Οργανωτικά έπαψα να υπάρχω. Όμως ποτέ δεν έπαψα να είμαι μέλος της αριστεράς.

Πώς είδατε τη διακυβέρνηση από τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ, που έφτασε η δική σας αριστερά από το ΚΚΕ εσωτερικού με όλες του τις μορφές μέχρι το ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνάει αυτή τη χώρα, την τελευταία 5ετία;

Μου έχουν κάνει το ερώτημα πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όταν η αριστερά παίρνει την κυβέρνηση δεν παίρνει και την εξουσία. Όταν γίνεσαι κυβέρνηση αναγκαστικά παίρνεις το μαστίγιο της εξουσίας. Το ίδιο έπαθε και το ΚΚΕ εσωτερικού με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Και με ρωτάνε πολλοί. Δηλαδή είναι μάταιο να αγωνίζεται η αριστερά; Και απαντάω, η αριστερά δεν είναι ανάγκη να πάρει καμιά εξουσία αλλά χρειάζεται να παλεύει με προοπτική το αύριο για ένα καλύτερο τώρα. Δεν είναι απλά ιδεολογικές μάχες αλλά και για τα προβλήματα της καθημερινής ζωής.

Η αριστερά πρέπει να μιλάει για το λαό, τα δικαιώματά του, την πάλη των τάξεων. Και δεν πρέπει να περιμένουμε διαρκώς να είμαστε στην ακμή, το κίνημα κινείται καμπυλοειδώς, πάνω κάτω. Γιατί η ανάγκη της ελπίδας και η ανάγκη για μια καλύτερη ζωή πάντα θα υπάρχει στον κόσμο.

Και δω πρέπει να ξεχωρίσουμε την αριστερά από την ηγεσία της αριστεράς. Όταν μιλάω για αριστερά μιλάω για το βαθύ λαϊκό συναίσθημα το οποίο θέλει την καλυτέρευση της ζωής του και τις αναγκαίες αλλαγές για να γίνει καλύτερη η ζωή του.

Τώρα ότι κάποιοι γίνονται ηγεσία και καταντάνε τεχνοκράτες, αυτοί παίζουν σε άλλο ταμπλό πια. Γιατί τότε τα προτάγματα υπέρ του λαού και του απλού κόσμου δεν μπορούν να στηριχτούν πάνω στην οικονομική ανάπτυξη του συστήματος, υπέρ των θεσμών που έχεις να υπηρετήσεις εκείνη τη στιγμή. Ο λαός δεν παλεύει για μια στιγμή, παλεύει για να αλλάξει τη ζωή του.

Και σίγουρα πιστεύω πολύ στον πολιτισμό και στην αλλαγή του μυαλού και της συνείδησης με τον πολιτισμό. Σε μικρές κοινότητες. Για να γίνεται η ιστορία και η συνείδηση βίωμα και όχι διανόηση. Έτσι κερδίζεις. Και αυτή είναι η δουλειά της αριστεράς. Βήμα – βήμα να χτίζει συνείδηση και καρδιές δυνατές.

Ο Θ. Σκρουμπέλος μίλησε στον Λέανδρο Μπόλαρη και τον Κυριάκο Μπάνο.

INFO
Η ταινία «Η Νύχτα τ’ Άγι’ Αντώνη» είναι ανεβασμένη και στο You Tube.

ergatiki.gr/