Το αδιέξοδο της αναρχικής κουλτούρας και η έλλειψη αυτοκριτικής

*απόσπασμα από το κείμενο «Μια ιστορική αποτίμηση του ελληνικού αναρχικού χώρου» (α΄ μέρος) από το 11ο τεύχος του Προτάγματος
[ … ]
Ο Χώρος εντός της ελληνικής κοινωνίας: 4 χαμένες δεκαετίες;
Όπως έχουμε ξαναγράψει, δεδομένων των ιδεολογικών και κοινωνικών συσχετισμών της Μεταπολίτευσης, αλλά και της δομής του ελληνικού Κράτους, ο αναρχικός χώρος θα έπρεπε να είχε εκμεταλλευτεί ορισμένες ευνοϊκές για αυτόν πολιτικές συνθήκες ώστε να αποκτήσει μια κάποια απήχηση στην κοινωνία. Παρ’ όλα αυτά παρατηρούμε πως συνεχίζει να παραμένει, ουσιαστικά, μια νεανικού τύπου υποκουλτούρα, δίχως ουσιαστικά κοινωνικά ριζώματα, εσωστρεφής και ουσιωδώς ή «δομικά» αυτοαναφορική

 Οι αναρχικές ή ελευθεριακές ιδέες δεν έχουν διαδοθεί παρά ελάχιστα έξω από τα πλαίσια ενός κομματιού της νεολαίας και το ίδιο ισχύει και για την τελευταία δεκαετία, παρά την σταδιακή –και ολοένα αυξανόμενη στην περίοδο της κρίσης– απονομιμοποίηση και κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και των θεσμών που το στηρίζουν. Ακόμα και στη σημερινή κατάσταση πρωτοφανούς απαξίωσης αποτελεσματικότητας της όποιας πολιτικής αντιπροσώπευσης, ο κόσμος περισσότερο δείχνει να οδηγείται προς ένα καθεστώς κυνικής απάθειας και μηδενισμού παρά να στρέφεται προς ελευθεριακές ή δημοκρατικές επιλογές. Κι όσο κι αν αποτελεί μια βολική εξήγηση το ρίξιμο του φταιξίματος γενικά κι αόριστα στον λαό, μέσω της λογικής του ότι «ο κόσμος δεν τραβάει, είναι βολεμένος, και φέρει την πλήρη ευθύνη», πιστεύουμε πως στη σημερινή συγκυρία ισχύει μάλλον το «και ο γιαλός είναι στραβός και εμείς (ως πολιτικοί χώροι) στραβά αρμενίζουμε». Έτσι, αντί ο Χώρος να έχει καταφέρει να επηρεάσει προς μια περισσότερο πολιτική κατεύθυνση τον διάχυτο, στη νεοελληνική κοινωνία, καθημερινό «αντικρατισμό», δείχνει να έχει ο ίδιος αφομοιώσει τα πιο λούμπεν χαρακτηριστικά του τελευταίου.
Είναι εντυπωσιακό –αλλά και λίγο πολύ αναμενόμενο δεδομένου των όσων ισχυριζόμαστε εδώ– πως την πρώτη φορά που ο Χώρος αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο μη ευνοϊκό γι’ αυτόν, δείχνει να ξεπερνιέται από την ιστορία. Διότι τι άλλο σηματοδοτεί η είσοδος στο καθεστώς κρίσης, από το 2010 κι εξής; Αν δούμε τα πράγματα από κοινωνικοϊστορική σκοπιά, ουσιαστικά είναι η πρώτη φορά μετά την πτώση της Χούντας κατά την οποία η ελληνική κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με το φάσμα, αφενός, της μαζικής φτώχειας και της διάψευσης των ονείρων περί μιας κατακτημένης και ανεξάντλητης ευημερίας, και, αφετέρου, του κρατικού αυταρχισμού αλλά και μιας δεξιάς αντεπίθεσης σ’ επίπεδο ιδεολογικό (είτε πρόκειται για τη δεξιά στροφή της ΝΔ ως αποτέλεσμα του παραγκωνισμού των καραμανλικών στελεχών από τη συμμαχία νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών είτε για την χρυσαυγίτικη και λοιπή Ακροδεξιά). Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε μια μοναδική και πρωτόγνωρη περίοδο πολιτικής σταθερότητας και φιλελευθεροποίησης, από τη μια πλευρά, αλλά και ανόδου του βιοτικού επιπέδου για το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, από την άλλη, συνοδευόμενη από μια σαφή κυριαρχία των αριστερών ιδεών σε ιδεολογικό επίπεδο. Και είναι μέσα σε αυτά τα ιδιαίτερα ευνοϊκά κι επιτρεπτικά πλαίσια που γεννιέται ο αναρχικός χώρος στην Ελλάδα. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ότι ο Χώρος θα έχει καταφέρει να αποκτήσει κάποιο στοιχειώδες κοινωνικό έρεισμα και να εδραιώσει τη θέση του, ώστε να είναι καλύτερα προετοιμασμένος για την αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων, όπως αυτές τις οποίες βιώνουμε με την κρίση. Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν φαίνεται να έγινε. Mάλιστα ο Χώρος φαίνεται να οπισθοχώρησε, ως προς τα κοινωνικά του ερείσματα, ξεμένοντας μόνο με ορισμένα κομμάτια μιας μηδενιστικών –στα όρια του αντικοινωνικού– τάσεων νεολαίας. Όσο κι αν μετά το 2008 και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης ένας κόσμος στις παρυφές του φαίνεται να  κινητοποιείται πιο ενεργά και δυναμικά, για την πλειοψηφία της κοινωνίας η –έστω επιφυλακτική– στήριξη αυτού του τύπου της πολιτικής δραστηριοποίησης ακούγεται μάλλον σαν παραμύθι.
Σήμερα, με το περίφημο «τέλος της Μεταπολίτευσης» και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που αυτό συνεπάγεται, θα πρέπει επιτέλους να στοχαστούμε πάνω στο μοντέλο δράσης και πολιτικής παρουσίας που ακολουθήθηκε καθ’ όλη αυτήν την περίοδο. Είναι αυτονόητο πως σήμερα που οι συνθήκες αλλάζουν τόσο ριζικά σε σχέση με το κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο εντός του οποίου πρωτοαναδύθηκε αλλά και ανδρώθηκε ο αναρχικός χώρος, χρειάζεται να αλλάξουν και τα κληρονομημένα μοντέλα σκέψης, δράσης και ομιλίας.
Η αλλεργία στην κριτική
Όλα αυτά μπορεί να συζητιούνται από εδώ κι από ’κει στους κόλπους και τα πέριξ των Εξαρχείων, ωστόσο αυτού του είδους οι κουβέντες, ακόμα κι όταν δεν περιορίζονται σε μισόλογα, παραμένουν στενά προσωπικού χαρακτήρα και ποτέ δεν εκφράζονται δημόσια και συγκροτημένα, μιας και προτιμάται η λύση των «κλειστών» ηλεκτρονικών λιστών συζήτησης, στο πλαίσιο μιας νοοτροπίας ομερτά η οποία απορρέει από τη γενικότερη αυτογκετοποίηση του Χώρου και τη θεμελιώδη του καχυποψία απέναντι στην κοινωνία. Αν κανείς τονίσει την ανάγκη τέτοιων κριτικών ενδεχομένως να βρει και ευήκοα ώτα, ωστόσο ποτέ η κριτική δεν θα φτάσει ως εκεί που πρέπει, ενώ, παράλληλα, ακόμη κι όσα από τα μέλη του Χώρου τη βλέπουν με συμπάθεια, δύσκολα θα βγουν μπροστά τα ίδια να υπερασπιστούν τέτοιες απόψεις. Η ένσταση, που συχνά λαμβάνουμε ως απάντηση είναι η εξής: «Υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι και σοβαροί άνθρωποι μέσα στον Χώρο κι είναι λάθος να προβαίνουμε σε ισοπεδωτικές κρίσεις· εξάλλου όλα αυτά που περιγράφετε κι αναλύετε αφορούν κυρίως το στενότερο κομμάτι του στενά εξαρχειώτικου Χώρου, ο οποίος εκ των πραγμάτων, μιας και δεν έχει τοπικό ρίζωμα, ρέπει προς τον ανεύθυνο ιδεολογικό μαξιμαλισμό, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην επαρχία ή ακόμη και σε τοπικά εγχειρήματα των γειτονιών της Αθήνας, όπου οι σύντροφοι αναπτύσσουν δράση μέσα και δίπλα στις τοπικές κοινωνίες». Δεν αρνούμαστε πως αυτή η ανάλυση έχει βάση. Αυτό που θέλουμε, εντούτοις, να υπογραμμίσουμε είναι το γεγονός πως, για λόγους που δεν μπορούμε εδώ να αναλύσουμε, τον γενικό τόνο τον δίνει πάντοτε το «εξαρχειώτικο» κομμάτι του Χώρου, ακριβώς επειδή όλες οι υπόλοιπες συνιστώσες πιστεύουν πως οι ίδιες κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν, δίχως να θεωρούν πως πρέπει να γίνει ανοιχτή, δημόσια και συγκροτημένη κριτική στα νοσηρά φαινόμενα που όλοι γνωρίζουμε αλλά κανείς δεν καταγγέλλει. Πολλώ δε μάλλον που ορισμένες πρακτικές και ιδεοληψίες που θα συζητήσουμε στη συνέχεια (τα «μπάχαλα», ο «αντιμπατσιμός» κ.λπ.) υιοθετούνται και ακολουθούνται από το σύνολο του Χώρου, ασχέτως του πώς μπορεί κάθε συνιστώσα του να ενεργεί σε γενικότερο επίπεδο[1].
Η βασική αντίδραση που προβάλλει συνήθως κάποιος που προσδιορίζεται ως μέλος του Χώρου σε αυτές τις αιτιάσεις είναι να απαριθμήσει τις δράσεις των ομάδων που τον συναπαρτίζουν: από τα «βασικά», όπως η αλληλεγγύη σε συλληφθέντες και απολυμένους και η αντιπαράθεση σε επίπεδο δρόμου με τη ΧΑ και τις διάφορες νεοφασιστικές παραφυάδες της, μέχρι πιο καθεαυτό πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως τα στέκια και οι καταλήψεις, οι διάφορες συνεργατικές κολεκτίβες, η συμμετοχή σε λαϊκές συνελεύσεις κ.λπ.
Σωστά· μόνο που κανείς δεν αμφισβήτησε πως γίνονται όλα αυτά τα πράγματα, ασχέτως του αν: α) ο τρόπος με τον οποίο γίνονται είναι συχνά πολύ προβληματικός· β) ορισμένες από αυτές τις δράσεις ή τις συνήθειες (όπως π.χ. τα περίφημα στέκια και οι καταλήψεις) δεν είναι απαραιτήτως ή απολύτως θετικές, από πολιτική άποψη, καθώς δεν έχουν τίποτε το εγγενώς ελευθεριακό (όπως φαίνεται απ’ το γεγονός πως τις υιοθετούν με μεγάλη επιτυχία φασιστικές οργανώσεις σαν την ιταλική Casa Pound[2])· γ) πολλές από τις εκστρατείες αλληλεγγύης και στήριξης σε συλληφθέντες ή κρατούμενους δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης, αν ο Χώρος δεν επιδιδόταν με τέτοια ζέση σε παντελώς άχρηστες πρακτικές όπως, λόγου χάριν, οι θεαματικού τύπου οδομαχίες με τα ΜΑΤ σε κάθε πορεία ή δεν κατατρυχόταν από βλακώδεις εμμονές όπως η αναγκαιότητα της «βίας» και της ένοπλης δράσης. Παρ’ όλα αυτά, αλλού είναι το πρόβλημα και ήδη αυτή η ενστικτωδώς αμυντική στάση αποδεικνύει την πρωτοκαθεδρία των τάσεων που προσπαθούμε να περιγράψουμε: Η κριτική αντιμετωπίζεται ως απειλή, ως αμφισβήτηση των κόπων και των προσπαθειών του κόσμου που συμμετέχει σε αυτά τα εγχειρήματα. Κι έτσι η πολιτική συζήτηση σχεδόν καταργείται στο όνομα του σεβασμού μιας άγραφης αγωνιστικής ηθικής: «καλά αυτά που λέτε, αλλά οι σύντροφοι ρισκάρουν τον κώλο τους»· «λες αυτά που λες, επειδή δεν έχεις δικούς σου ανθρώπους στη φυλακή»[3] κ.λπ.
Ο Χώρος αποφεύγει την αυτοκριτική όπως ο Διάολος το λιβάνι και μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις έχει ψελλίσει, με απροθυμία και μέσα απ’ τα δόντια του, ορισμένες μισοκριτικές, όπως κατά τα γεγονότα της Μαρφίν. Η συνήθης του στάση απέναντι στην κριτική συνίσταται είτε στην άρνηση του προβλήματος, μέσα από χονδροειδή και αστεία επιχειρήματα (του τύπου «εδώ καταστρέφονται ζωές κι εσείς ασχολείστε μ’ ένα νεοκλασικό που κάηκε», «κι ο Γοργοπόταμος είχε παράπλευρες απώλειες» κ.λπ.), είτε στην άσκηση λεκτικής ή και σωματικής βίας. Η περίπτωση του «Κάιν» είναι γνωστή σε όλους και δεν θα πρέπει να κάνει εντύπωση το γεγονός πως, μετά από όλα όσα έχουν συμβεί (με βιαιοπραγίες εναντίον του), τολμούν ορισμένοι να του ασκούν κριτική με ύφος που μας θυμίζει τις καλύτερες εποχές των σταλινικών φυλλάδων, όταν εγκαλούσαν στην τάξη τους διαφωνούντες και τους αποστάτες[4]. Γνωστές είναι επίσης ιστορίες με απειλές προς βιβλιοπωλεία, επειδή προέβαλαν βιβλία ή ιδέες με τα οποία ή τις οποίες διάφοροι δεν συμφωνούσαν, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την επίθεση με βαριοπούλα ενάντια στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο στη Θεμιστοκλέους.
Αν καταφέρουμε και αποφύγουμε τέτοιες δυσάρεστες παρεκτροπές και παραμείνουμε στο επίπεδο μιας κατά το δυνατόν πολιτισμένης κουβέντας, θα διαπιστώσουμε τότε πως, πολύ συχνά, η κριτική δεν γίνεται καν αντιληπτή, εφόσον το σάβανο της ιδεολογίας είναι τόσο ασφυκτικό που αμέσως ο νους ενεργοποιεί αμυντικά αντανακλαστικά που ενεργούν διά του αντιπερισπασμού: «ναι αλλά ο καπιταλισμός κάνει αυτό, το Κράτος κάνει εκείνο». Λες και δεν μπορεί κανείς να παραμένει πολέμιος του «Κράτους και του Κεφαλαίου», δίχως, από την άλλη πλευρά, να συμφωνεί με τον τρόπο με τον οποίο (δεν) ασκεί πολιτική ο Χώρος! Αυτή η λογική μας θυμίζει τη γραφειοκρατική μη-σκέψη της Αριστεράς, για την οποία, αν δεν είναι κανείς με τον καπιταλισμό ή με τη Δύση στη σημερινή της εκδοχή, πρέπει απαραίτητα να συντάσσεται με το εκάστοτε «αντίπαλο δέος» (δηλαδή με το σταλινικό μπλοκ και τους τριτοκοσμικούς-αντιδυτικούς εθνικισμούς, παλιότερα, και με τον –δήθεν αντιιμπεριαλιστικό– ισλαμισμό σήμερα).
[ … ]
[1] Είναι χαρακτηριστικό των όσων λέμε πως, ακόμη και τα κείμενα που –έστω σε επίπεδο λόγου και θεωρίας– ασκούν σωστή κριτική σε πρακτικές όπως τα «μπάχαλα» και εμμονές όπως η θεοποίηση της «εξέγερσης» και της καταστροφικότητας, στην πραγματικότητα απλώς καλούν σε μια πιο λελογισμένη χρήση όλων αυτών των πρακτικών και των σχημάτων, αδυνατώντας να βγουν από το κεντρικό σχήμα της «κοινωνικής αντί-βίας», το οποίο και τα δικαιολογεί, θεμελιώνοντάς τα θεωρητικά. Βλ. π.χ. το κείμενο της Αναρχικής Ομάδας Cumulonimbus από την Κέρκυρα, «Κείμενο με αφορμή τον “Μαύρο Δεκέμβρη”», περ. Γη & Ελευθερία, τ. 2, Μάρτιος 2016.
[2] Βλ. σχετικά με αυτήν την οργάνωση και τις πρακτικές της το κείμενο του Μάρκο Ζερμπίνο, «Casa Pound Italia: για τον φασισμό του 21ου αιώνα», περ. Λεύγα, τ. 8, Σεπτέμβριος 2012.
[3] Όπως ειπώθηκε σε κουβέντα στο αθηναϊκό Indymedia(https://athens.indymedia.org/post/1543186/), κατά την προσπάθεια ενός χρήστη να ασκήσει κριτική στον τρόπο με τον οποίο διοργανώθηκε η απεργία πείνας της περιόδου.
[4] Βλ. το κατάπτυστο κείμενο «Ο Κάιν επέστρεψε και ζητά συγχώρεση» που δημοσίευσε η ιστοσελίδα Provo.gr (5/5/2015). Σε ό,τι μας αφορά, διαφωνούμε με τον πασιφισμό και τις σχετικές υπερβολές του Κάιν. Ωστόσο δεν είναι δυνατόν να μην αναγνωρίσουμε το ήθος του και τη συνέπειά του ως αγωνιστή. (Ο «Κάιν» –κατά κόσμον Παναγιώτης Παπαδόπουλος– είναι ιστορική μορφή της εγχώριας Αναρχίας που έχει έρθει κατ’ επανάληψη σε κόντρα με το σύνολο σχεδόν της τελευταίας εξ αιτίας των απόψεών του περί βίας αλλά και του τρόπου με τον οποίο συχνά τις υπερασπίζεται –συμμετοχή σε τηλεοπτικά πάνελ, συνεντεύξεις κ.ο.κ.