Συγγρού…

Σταματά το ταξί κάπου απέναντι από το ΦΙΞ. Δυο λεπτά πόδια πατούν στην άσφαλτο, όχι με πολλή σιγουριά, ισορροπώντας σε 12 πόντους. Ηταν η πρώτη φορά που θα έκανα έρωτα και θα έπαιρνα χρήματα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί το 17χρονο μυαλό μου ότι δεν θα ήταν και τόσο εύκολο όσο μου το παρουσίαζαν πιο παλιές «τραβεστί»

Η φράση «πόσο πάει;» αντηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου κάποιες νύχτες. Τα νιάτα, η ομορφιά, η αγριότητα, η κάψα του Αυγούστου να καίει ψυχή και σώμα, το κρύο, το χιόνι, ο ήχος των τακουνιών στο πλακόστρωτο, το ξύλο, οι κλούβες, η αποθέωση της χρυσής δεκαετίας του ’80, η βία σε όλες της τις μορφές, απρόσκλητη και από παντού.

Τα όμορφα κορμιά που είχα την πολυτέλεια να διαλέγω, τα βρόμικα σώματα που είχαν την πολυτέλεια να πληρώνουν αδρά, το αυγό που έσκαγε στο άψογο μακιγιάζ με δύναμη, σαν πέτρα. Με μίσος.

Κι όμως. Είχα ακούσει ιστορίες ακόμη πιο άγριες.

Οι πρώτες τραβεστί βρήκαν τη λεωφόρο Συγγρού ως πιάτσα· ήταν ήδη στρωμένη από γυναίκες «ιερόδουλες», τη δεκαετία του 1970. Με το θράσος που διέπει έναν άνθρωπο, όταν αψηφά ολόκληρο κοινωνικό ιστό, αρκεί να νιώσει ο εαυτός του, με το ίδιο θράσος κατέβηκαν στη «λεωφόρο της αμαρτίας» (όπως έγινε αργότερα γνωστή), προσποιούμενες τις «αυθεντικές» γυναίκες με χίλια δυο τερτίπια και κόλπα, σε έναν κόσμο που δεν είχε βάλει καν στη φαντασία του ότι ένας άντρας μπορεί να φορέσει γυναικεία ρούχα και μάλιστα να πείσει ότι είναι γυναίκα.

(Κάτι που έκανε και ο Ταχτσής λίγα χρόνια αργότερα, αποποιούμενος τον όρο τραβεστί απ’ το πετσί του, ώς τον θάνατό του -ή την εικαζόμενη δολοφονία του).

Επιβλήθηκαν στις γυναίκες και τις ανάγκασαν να φύγουν. Ενας λόγος, αυτό το «περίεργα όμορφη γυναίκα» -δεν πήγαινε καν ο νους. Οταν κάποιος πελάτης ανακάλυπτε την απάτη, τις περισσότερες φορές η κατάληξη ήταν στο νοσοκομείο.

Υπήρχαν βέβαια και οι υπόλοιποι που έδιναν τα διπλάσια χρήματα όταν η υποψία γινόταν πραγματικότητα. Ηταν ήδη οι πρώτοι πελάτες των τραβεστί. Απλά δεν το ήξεραν ακόμη όλοι.

Ο φόβος της αποκάλυψης, παρέα με την απάνθρωπη συμπεριφορά της χουντικής Αστυνομίας, μόνο θαυμασμό μπορεί να μου φέρει ως σκέψη. Ηταν -και είναι και πάντα θα είναι- τέτοια η ανάγκη να εκφραστεί η θαμμένη ταυτότητα, που όλα τα υπόλοιπα ωχριούσαν με πείσμα σε όλη αυτή την αγριότητα. Για την επόμενη φουρνιά δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα εκτός του πολύ βασικού, ότι δεν χρειαζόταν πια να προσποιούνται κάτι άλλο. Η πελατεία ήταν ενημερωμένη και η ζήτηση είχε τεράστια αύξηση. Πρώτες πιάτσες πίσω από την Interamerican και απέναντι, πίσω από το ξενοδοχείο «Χανδρής».

Η Γενική Ασφάλεια Αθηνών στεγαζόταν επί της οδού Μεσογείων και οι βραδιές των αστυνομικών, που είχαν υπηρεσία, έπαιρναν άλλο νόημα όταν τα τεράστια κελιά γέμιζαν από παράξενα πλάσματα που μόνο γέλιο τους προκαλούσαν, άντε και κάποιο τσιμπούκι ανάμεσα από τα κάγκελα μήπως και αφήσουν κάποια να χρησιμοποιήσει το ουρητήριο.

Τη δεκαετία του ’80, μαζί με τον αέρα αλλαγής που έφερε ο Αντρέας έφερε και τις διμοιρίες των ΜΑΤ -παρόλο που είχε δηλώσει αντιπολιτευτικά πως η διαφορετικότητα έχει θέση στην κοινωνία και δεν τιμωρείται- με πανοπλίες, λες και παν σε πόλεμο, πάντα ένα κλομπ στο χέρι έτοιμο να ανοίξει κεφάλια και κλούβες, επιχειρώντας την «Αρετή». Ετσι ονομάστηκε η επιχείρηση επί χούντας και συνέχισε στη Μεταπολίτευση, υπερασπιζόμενη τη νομοθεσία που θεωρούσε την ομοφυλοφιλία αδίκημα, πόσο μάλλον «τους τραβεστί» που εκδίδονταν.

Ενα ανελέητο κυνηγητό σε υπόγειες στοές, σε σοκάκια, τακούνια στα χέρια, καλσόν σκισμένα σε ματωμένες πατούσες και ο ήχος του ποδοβολητού από πίσω ακόμη τρομάζει τις νύχτες μου.

Με τη σπάθα ενός νόμου παρωχημένου από τον 19ο αιώνα, βγαλμένου και δοσμένου για τη δημόσια υγεία.

«Αγρα πελατών… Προσβολή της δημοσίας αιδούς…» Ενα κατεβατό παραλογισμού που γέμιζε τις δικαστικές αίθουσες και τις τσέπες δικηγόρων και κρατικού μηχανισμού.

Στις αρχές αυτής της δεκαετίας η Αλόμα -από τις πρώτες τραβεστί που βίωσαν όλο αυτό- μπήκε μπροστάρης και ξεσήκωσε μια μεγάλη μερίδα συναδέλφων της -δεν θέλαμε και πολύ- τολμώντας το αδιανόητο.

Είχαν προηγηθεί κάποιες προσπάθειες σύμπλευσης με το ΑΚΟΕ, έγιναν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, αλλά το φουστάνι σε «αντρικό» σώμα δεν χωνεύεται εύκολα.

Πορείες διαμαρτυρίας στο κέντρο της Αθήνας -έξω από τα δικαστήρια στη Σανταρόζα, στο υπουργείο Δημόσιας Τάξης, έξω από το Γ’ Αστυνομικό Τμήμα, ψηλά στις απαρχές της λεωφόρου.

Στο Καστρί, στο σπίτι του Ανδρέα Παπανδρέου, μια βροχερή νύχτα φτάσαμε με πούλμαν. Μείναμε ώς το πρωί εκεί. Τίποτα.

Ξύλο ανελέητο, αδικαιολόγητο, μπροστά στα έκπληκτα μάτια περαστικών, που έβλεπαν αλλόκοτα πλάσματα μπροστά τους με ματωμένα κεφάλια, ημιλιπόθυμα κι όμως να ουρλιάζουν με ανεξάντλητο σθένος απ’ την αγανάκτηση. Προσαγωγές –η Γενική Ασφάλεια είχε μεταφερθεί στην Αλεξάνδρας– πρωτοσέλιδα σε εφημερίδες. Αγρίμια κάτω από κλούβες, αρνούμενες να βγούμε, έτοιμες για θάνατο.

Κάπου εκεί έρχεται σαν κερασάκι ο ιός που «τιμωρούσε τους ανώμαλους», κάνοντας την κατάσταση ακόμη πιο αφόρητη.

Δεν άλλαξε τίποτα στη στάση της Αστυνομίας. Το αντίθετο. Εκδικούνταν με εντονότερο μίσος. Πώς τολμήσαμε να εναντιωθούμε.

Τα κελιά άλλαξαν, μα όχι οι κουβέρτες γεμάτες ψείρες και μπόχα, ούτε η συμπεριφορά των μπάτσων. Πολλές φορές μας κατέβαζαν στον κάτω όροφο, τραβώντας μας απ’ τα μαλλιά. Σα σακιά άδεια… γεμάτα τίποτα.

Καταφέραμε, αν μη τι άλλο, να δείξουμε ότι υπάρχουμε.

Τα επόμενα χρόνια σχεδόν σε κάθε γωνία υπήρχε και μια τραβεστί να «εκδίδεται». Ενα πανηγύρι η λεωφόρος. Ουρές στον παράδρομο, σημειωτόν τα αυτοκίνητα που, εκτός από πελατεία, είχε και θεατές κάθε είδους και φύλου, στο παράδοξο τσίρκο, που γοήτευε και αηδίαζε ταυτόχρονα μια αγράμματη, συντηρητική, φρεσκοπληγωμένη κοινωνία.

Τα ιδιωτικά κανάλια γέμισαν εκπομπές με τραβεστί ως καλεσμένες, οι οποίες από τη μία έδιναν μια ορατότητα κι από την άλλη εδραίωναν το στοιχείο της πρόκλησης και της χυδαιότητας, κάτι που δεν αποκολλήθηκε ποτέ από οτιδήποτε μας αφορούσε. Πολλές φορές δικαιολογημένα. Αν αυτός είναι ένας τρόπος να επιβιώνεις και να πλασάρεις τον ρόλο που σου έδωσαν, θέλοντας και μη.

Ηρθαν τα Pride, πάλι μπροστά εμείς, ωδή στο Stonewall Inn, κι άλλες εκπομπές, καταγγελίες, μαρτυρίες, δικαιωματικές οργανώσεις, σωματεία, μια Ευρώπη αρωγός-οδηγός, κάποια αιτήματα δικαιώθηκαν, έστω και λειψά.

Αλλάξαμε κακοποιητικές ορολογίες, όπως τραβεστί, πορνεία, εκδιδόμενη κ.λπ. Ο όρος τρανς ήρθε αργοπορημένος αλλά στρογγυλοκάθησε πλέον για τα καλά στη δημόσια κουβέντα. Το ίδιο γίνεται και με την πορνεία. Εργασία στο σεξ γιατί αν μη τι άλλο, διάολε, εργασία είναι. Μόνο που διαφέρει κατά πολύ από άλλες κατηγορίες εργασίας. Οι τρανς άνθρωποι, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, εξαναγκάζονται λόγω των αποκλεισμών να βιοποριστούν μέσα από αυτή τη δουλειά.

Οπως και τότε, στις αρχές του ’70. Απλά τώρα, δηλώνεις απερίφραστα και με παρρησία τι είσαι, χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να στήνεσαι βορά στον κάθε περίεργο και, τώρα τελευταία, μισαλλόδοξο περαστικό με τους ίδιους κινδύνους, αλλά για άλλους λόγους!

Τώρα, όπως πολλά κομμάτια της ζωής μας, είναι ένα κλικ σε κάποιο πληκτρολόγιο…

Αννα Κουρουπού*

* Tρανς ακτιβίστρια, διευθύντρια της Οργάνησης Red Umbrella Athens

 

ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΕΥΧΟΣ:

efsyn.gr