Πως ο Βενιζέλος έπεσε στην παγίδα που του έστησε η Φώφη

Δεδομένου ότι ο Βενιζέλος είχε φροντίσει να ξεκαθαρίσει ότι θέλει να είναι επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, η απόφαση της Γεννηματά να τοποθετήσει επικεφαλής τον Καμίνη ήταν δεδομένο πως θα συνιστούσε ‘αιτία πολέμου’ για τον πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Αυτό και συνέβη. Σχεδόν αμέσως μετά την ανακοίνωση της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ, ο Βενιζέλος ανακοίνωσε την έξοδό του από το κόμμα. Και αμέσως μετά κάποιοι δικοί του δήλωσαν πως δεν θα είναι υποψήφιοι στις επικείμενες εκλογές. Το εσωκομματικό ρήγμα είναι γεγονός και όλα δείχνουν πως είμαστε μόνο στην αρχή, πως τις επόμενες ημέρες θα βαθύνει. 

Επειδή, λοιπόν, η αντίδραση του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ μόνο έκπληξη δεν ήταν, είναι σαφές πως η Γεννηματά όχι μόνο την είχε προϋπολογίσει, αλλά και την επεδίωξε. Για να προκαλεί συνειδητά ρήγμα στο κόμμα της, σημαίνει πως έχει ισχυρούς λόγους. Και πράγματι αυτό συμβαίνει. Ουσιαστικά, η πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ επισπεύδει μία εσωκομματική σύγκρουση που σχεδόν αναπόφευκτα θα εκδηλωνόταν, ειδικά εάν η ΝΔ δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία.

Επειδή, όμως, πιθανότατα και το κόμμα του Βελόπουλου και το κόμμα του Βαρουφάκη τελικώς θα τα καταφέρουν να εισέλθουν στη Βουλή (οι λόγοι δεν είναι του παρόντος), το αναγκαίο για την κατάκτηση της αυτοδυναμίας ποσοστό υψώνεται στο 37-38%. Αν και βεβαίως δεν αποκλείεται η ΝΔ να το προσεγγίσει, η εκτίμηση είναι πως δεν θα τα καταφέρει. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα χρειασθεί κοινοβουλευτικό συμπλήρωμα.

Δεδομένου ότι ο Βελόπουλος απέκλεισε το ενδεχόμενο να παίξει έναν τέτοιο ρόλο και ούτε ο Μητσοτάκης θα το ήθελε, είναι σαφές πως ο αρχηγός της ΝΔ θα στραφεί προς το ΚΙΝΑΛ. Η θέση αυτού του κόμματος είναι πως θα επιδιώξει τον σχηματισμό τρικομματικής κυβέρνησης (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ) με πρωθυπουργό τρίτο πρόσωπο. Είναι προφανές πως ούτε ο Μητσοτάκης, ούτε ο Τσίπρας θα ανταποκριθούν.

Πολιτικός Ιανός

Σ’ αυτό το χρονικό σημείο, ήταν δεδομένο πως θα εκδηλωνόταν μία πρωτοβουλία στο εσωτερικό του ΚΙΝΑΛ για κυβερνητική συνεργασία με τη ΝΔ. Είναι κοινό μυστικό ότι το κόμμα της Γεννηματά θυμίζει πολιτικό Ιανό. Η μία πτέρυγά του κοιτάζει προς τη ΝΔ και η άλλη προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή που κοιτάζει προς τη ΝΔ θεωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ εχθρό, αλλά πως με τη ΝΔ έχει ιδεολογικά-πολιτικά κοινούς παρονομαστές. Ως εκ τούτου μπορεί να συνεργασθεί μαζί της σε κυβέρνηση συνασπισμού. Η άλλη πτέρυγα του ΚΙΝΑΛ υψώνει την αντιδεξιά σημαία, υποστηρίζοντας το ‘ποτέ πια με τη Δεξιά’. Αυτή ευνοεί υπό προϋποθέσεις έναν διάλογο με τον ΣΥΡΙΖΑ στη λογική του αντιδεξιού μετώπου των προοδευτικών δυνάμεων.

Το αποτέλεσμα είναι ότι το ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί, ως μικρομεσαίο ενδιάμεσο κόμμα, να παίξει συντεταγμένα τον ρόλο του μπαλαντέρ-ρυθμιστή, όπως τον έπαιζε για πολλά χρόνια το κόμμα του Γκένσερ στη Γερμανία. Σε συνθήκες όξυνσης της εσωτερικής αντίφασης του κόμματός της, η Γεννηματά προσπαθεί όλο αυτό τον καιρό να διατηρήσει την πολιτική αυτονομία του. Στην πραγματικότητα, όμως, πατάει σε δύο βάρκες, με ό,τι αυτό σημαίνει και για τη δική της αρχηγική ευστάθεια και για την ενότητα.

Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, η Γεννηματά έχει χαράξει ως ύστατη γραμμή την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης σε μελλοντική κυβέρνηση Μητσοτάκη και μάλιστα υπό όρους. Έχει συνείδηση πως εάν συμπράξει με τη ΝΔ θα μετατραπεί στα μάτια πολλών ψηφοφόρων σε πολιτικό συμπλήρωμα της Δεξιάς με δύο πρακτικές συνέπειες: Πρώτον, το ΚΙΝΑΛ θα πληρώσει υψηλό πολιτικό κόστος. Δεύτερον, θα αφήσει ελεύθερο το πεδίο της αντιπολίτευσης στον ΣΥΡΙΖΑ, διευκολύνοντάς τον να επουλώσει τις ‘πληγές’ του από τη σαρωτική εκλογική ήττα και να εγγράψει υποθήκες για να επιστρέψει μελλοντικά στην εξουσία.

Πρόσωπο-κλειδί ο Βενιζέλος

Είναι προφανές ότι ο Μητσοτάκης θέλει το ΚΙΝΑΛ μέσα στην μελλοντική κυβέρνησή του, ως μικρό εταίρο, αφενός για να έχει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφετέρου για να μοιραστεί την ευθύνη και το κόστος για πολιτικές που προτίθεται να εφαρμόσει. Σύμμαχός του σ’ αυτή την επιδίωξη είναι η πτέρυγα του ΚΙΝΑΛ που θέλει ακριβώς το ίδιο. Εμβληματικό πρόσωπο αυτής της πτέρυγας και άνθρωπος-κλειδί είναι ο Βενιζέλος.

Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ, είναι δεδομένο πως ακόμα κι αν η Γεννηματά είναι εναντίον, η πτέρυγα Βενιζέλου-Λοβέρδου κ.α. θα ζητήσει η απόφαση να ληφθεί με ψηφοφορία, επειδή δικαιολογημένα θεωρεί πως η πρόταση για συνεργασία με τη ΝΔ (με τα γνωστά επιχειρήματα) έχει εξασφαλισμένη την πλειοψηφία στα κομματικά όργανα.

Η απόφαση της προέδρου του ΚΙΝΑΛ να τοποθετήσει επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας τον Καμίνη και κατ’ αυτόν τον τρόπο να προκαλέσει την αντίδραση του Βενιζέλου εγγράφεται στο παραπάνω πλαίσιο. Η Γεννηματά έχει συνείδηση ότι αν τα πράγματα πάνε σε ψηφοφορία πιθανότατα θα την χάσει και έτσι πιθανότατα θα τεθεί σε αμφισβήτηση και η ηγετική θέση της.

Επέλεξε ‘γήπεδο’ και χρόνο

Ακριβώς γι’ αυτό προκαλεί ρήξη τώρα και μάλιστα για προσωπικό θέμα του Βενιζέλου, πιθανολογώντας ότι αυτός –λόγω παρορμητικού χαρακτήρα– θα αντιδρούσε, όπως αντέδρασε. Με άλλα λόγια, θα έπεφτε στην παγίδα. Η πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ μπορεί να διαχειρισθεί αυτή την εσωκομματική ρήξη από πλεονεκτική θέση. Όχι μόνο, επειδή είναι προνόμιο του εκάστοτε αρχηγού η επιλογή των προσώπων και η σειρά τους στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, αλλά κυρίως επειδή δεν είναι αιτία διάσπασης ένα προσωπικό θέμα.

Είναι διαβλητός λόγος ένας βουλευτής να φύγει ή να στραφεί εναντίον της ηγεσίας, επειδή δεν έβαλε τον Βενιζέλο επικεφαλής στο Επικρατείας. Πολύ περισσότερο όταν στις 7 Ιουλίου θα πρέπει να επανεκλεγεί, άρα χρειάζεται να είναι στο ψηφοδέλτιο του ΚΙΝΑΛ. Θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα εάν την επαύριο των εκλογών μία ομάδα εκλεγμένων βουλευτών εξέφραζαν τη διαφωνία τους με τη Γεννηματά και αποσχίζονταν από το ΚΙΝΑΛ για να συμπράξουν με τη ΝΔ στο όνομα της ανάγκης να αποτραπεί η ακυβερνησία και να διατηρηθεί η πολιτική σταθερότητα. Και μάλιστα όταν τη θέση αυτή υποστήριζε η πλειοψηφία των βουλευτών και στελεχών.

Με άλλα λόγια, με την κίνησή της, η Γεννηματά επέλεξε και τον χρόνο (πριν τις εκλογές) και το ‘γήπεδο’ (προσωπικό θέμα) για να συγκρουσθεί με τον Βενιζέλο και να τον εξωθήσει εκτός κόμματος. Προφανώς, το ρήγμα που προκαλείται θα της στοιχίσει και πολιτικά και εκλογικά, αλλά το κόστος αυτό είναι ασύγκριτα μικρότερο από το πρόβλημα που κατά πάσα πιθανότητα θα αντιμετώπιζε την επαύριο των εκλογών. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν στρατηγικής εμβέλειας ελιγμό, ο οποίος δείχνει πολιτικό ένστικτο και αποφασιστικότητα, η οποία σπανίζει στο πολιτικό μας σύστημα. Όποιος κι αν τον εισηγήθηκε στη Γεννηματά, τον πιστώνεται η ίδια που τον υιοθέτησε και παρέσυρε τον παρορμητικό Βενιζέλο σε αυτοπαγίδευση.

Πηγή: SL press