Η δημοκρατική αναγέννηση ως ελπίδα σε έναν υπό κατάρρευση κόσμο | του Γιώργου Κουτσαντώνη

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Μιχάλης Θεοδοσιάδης και Γιώργος Κουτσαντώνης
Η υπόσχεση που δόθηκε ήταν μια αναγκαιότητα του παρελθόντος.

Ο λόγος που δεν κρατήθηκε είναι μια αναγκαιότητα του παρόντος (Niccolò Machiavelli)1

Η βαθιά οικονομική, πολιτισμική και αξιακή κρίση που διέρχεται ο δυτικός, και όχι μόνο, κόσμος, στο σύνολό του (ιδίως οι περισσότεροι λαοί του ευρωπαϊκού και αμερικανικού Βορρά) και φαίνεται πως ήρθε να παραμείνει περισσότερο από όσο φανταζόμασταν, αντικατοπτρίζεται μέσα από το τρέχον πολιτικό σκηνικό. Από τη μία ο οικονομικός φιλελευθερισμός των αγορών, και η παγκοσμιοποίηση με τη λεγόμενη «ολιγαρχική τεχνοκρατία» -ουρά της οποίας έχουν γίνει οι δυνάμεις της Αριστεράς- και από την άλλη οι «λαϊκιστικές» φωνές που συχνά ταυτίζονται με δεξιές, ακροδεξιές και βοναπαρτιστικές πολιτικές δυνάμεις.

Το γνωστό δόγμα της μη εναλλακτικής (ΤΙΝΑ), αφού εφαρμόστηκε συστηματικά, μοιάζει σταδιακά να μετατοπίζεται σε ένα άλλο επίπεδο, σε αυτό της αποφυγής του μεγαλύτερου κακού. Με άλλα λόγια, δεδομένης της ολικής αποτυχίας, της απροθυμίας, αλλά πάνω απ’ όλα της αδυναμίας, των αριστερών πολιτικών δυνάμεων να αντιπροτείνουν και να υλοποιήσουν δημοκρατικές λύσεις, οι γεμάτες αυτοπεποίθηση πολιτικές δυνάμεις μια δεξιάς, που μέχρι χθες βρίσκονταν σε κατάσταση ύπνωσης, έρχονται στο προσκήνιο και φαίνεται πως θα διεκδικήσουν το πολιτικό κενό που έχει δημιουργήσει η ενσωμάτωση της Αριστεράς στην ολιγαρχία, ιδίως από το 1970 και μετά.

Πράγματι το πολιτισμικό πάντρεμα «θεολογικού» τύπου, της Αριστεράς με τον φιλελευθερισμό, που αργότερα έγινε και πολιτικό, έθαψε πέρα για πέρα την υπόσχεση της σοσιαλδημοκρατίας. Από αυτή τη «συμφιλίωση» αντί να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη δημοκρατικών λαϊκών κινημάτων, το αποτέλεσμα ήταν, διαμέσου της μετάλλαξης της κλασικού φιλελευθερισμού, η περαιτέρω υπονόμευση των ήδη αδύναμων και ανεπαρκών πολιτικών συστημάτων σε αρκετές χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) -τόσο εξαιτίας της ανεξέλεγκτης εξάπλωσης των τεχνοκρατικών θεσμών, όσο και από την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Στην ΕΕ, αλλά και αλλού, τείνει να επικρατήσει, ως άλλο «δόγμα», απέναντι στις αναδυόμενες δυνάμεις της ακροδεξιάς (πραγματικής και φανταστικής), ένα διευρυμένο -προοδευτικό και με αριστερές απολήξεις- πολιτικό κέντρο, του οποίου βασική αρχή είναι: λιγότερη δημοκρατία παντού και περισσότερες τεχνικές αποφάσεις, με κάθε τρόπο και κάθε μέσο, για να αποφύγουμε τις «βλαβερές αποφάσεις της πλειοψηφίας», περιστολή της ελευθερίας του λόγου και ποινικοποίηση αντιλήψεων που δε συνάδουν με τις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού (Πολιτική Ορθότητα) και περαιτέρω παραχώρηση εξουσιών σε τεχνοκρατικούς αδιαφανείς υπερεθνικούς μηχανισμούς, πάντα με στόχο την αποφυγή του «χειρότερου κακού».

Ωστόσο η πραγματικότητα δείχνει ότι ακόμη κι αν οι φιλελεύθεροι και αριστεροί τεχνοκράτες εφευρίσκουν κάποια τεχνάσματα, κανείς τελικά δεν είναι σε θέση να τα υλοποιήσει πολιτικά και αυτό γιατί οι περισσότερες κυβερνήσεις στα κράτη μέλη της ΕΕ -απομακρυνόμενες από τις ανάγκες των πολιτών που τις εκλέγουν- βρίσκονται με τη σειρά τους σε βαθιά κρίση νομιμοποίησης.

Άλλωστε οι τελευταίες διαδηλώσεις στη Γαλλία, ανεξάρτητα με το ποιά θα είναι η τελική τους έκβαση, φαίνεται ότι επιβεβαίωσαν αυτό το χάσμα μεταξύ ελίτ και πολιτών. Κατά τη γνώμη μας ούτε οι θιασώτες της νοσταλγίας του παρελθόντος (δηλαδή, οι βοναπαρτιστές της «λαϊκιστικής» δεξιάς), ούτε οι ειδικοί και τεχνοκράτες, μήτε οι ελιτιστές της προόδου, των ανοιχτών σύνορων και της επαναστατικής πρωτοπορίας, έχουν πλέον κάτι να πουν. Εκτός από τους ίδιους τους πολίτες, κανείς δεν είναι αρμόδιος να αποφασίζει για τα κοινά. Με λίγα λόγια, μοναδική ελπίδα κυρίως για τους πιο αδύναμους ευρωπαϊκούς λαούς θα ήταν μια δημοκρατική αναγέννηση. Όμως, τί θα μπορούσε να αποτελέσει μια «δημοκρατική αναγέννηση»;

Αρχικοί ορισμοί και παραδείγματα

Η πρώτη δημοκρατία της Αθήνας, όπως μας περιγράφεται από την αρχαία ελληνική γραμματεία, και τους πολυάριθμους μελετητές της ανά τον κόσμο -σε διαφορετικές ιστορικές φάσεις- αποτελεί αφορμή για στοχασμό και πηγή έμπνευσης (la source grecque, όπως έγραψε η Σιμόν Βέιλ)1. Δεν πρόκειται για πρότυπο, μήτε για εγχειρίδιο εφαρμογής ενός ιδανικού πολιτεύματος. Αξιόλογοι στοχαστές, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, τείνουν να εξιδανικεύουν την Αθηναϊκή δημοκρατία, ακόμη κι αν οι ίδιοι ισχυρίζονται το αντίθετο.

Άλλοι πάλι έχουν την τάση να την ταυτίζουν με τον αναρχισμό, τον σοσιαλισμό, ή τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Στην πραγματικότητα, μια δημοκρατική κουλτούρα δεν δύναται να φορέσει κάποιο ιδεολογικό μανδύα, και αυτό διότι ένα δημοκρατικό πολίτευμα έχει τις δικές του αξίες και περιεχόμενο. Ως εκ τούτου, δεν έχει την ανάγκη κάποιας ιδεολογίας.

Διότι αν μιλήσουμε για δημοκρατική αναγέννηση με σοσιαλιστικό περιεχόμενο, τότε στην ουσία δεν μιλάμε παρά για μια δημοκρατική νομιμοποίηση του σοσιαλισμού. Επιπλέον, η εξιδανίκευση ενός δημοκρατικού καθεστώτος -όντας γέννημα θρέμμα μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου (όπως η αρχαία Αθηναϊκή δημοκρατία, για παράδειγμα)- θα έμοιαζε περισσότερο με μια ανέφικτη προσπάθεια να αναγνωριστούν και να υιοθετηθούν οι αξίες εκείνης της εποχής από τον σημερινό άνθρωπο. Αντιθέτως, μια δημοκρατική αναγέννηση μπορεί να εμπεριέχει ποικίλες ιδεολογικές και πολιτισμικές αποχρώσεις.

Μπορούμε να μιλήσουμε για δημοκρατία στα συμβούλια των εργατών της Αγγλίας, στα Town Hall Meetings της Αμερικής, στις κοπερατίβες των αγροτών του Αμερικανικού Νότου κατά τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, μπορούμε τέλος να αναζητήσουμε δημοκρατικά σπέρματα στην πρώιμη μορφή του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα αλλά και σε διάφορες ιστορικές περιόδους, όπως για παράδειγμα στις μεσαιωνικές πόλεις της Ιταλίας.

Επιπλέον αξίζει να θυμηθούμε ότι το 1795 ο Immanuel Kant2επέκρινε όσους είχαν αρχίσει να «μπερδεύουν το ρεπουμπλικανικό Σύνταγμα με το Δημοκρατικό» σημειώνοντας ότι -ως προς την άσκηση της εξουσίας- κάθε καθεστώς «είναι Ρεπουμπλικανικό ή Δεσποτικό» και ότι η δημοκρατία είναι «απαραιτήτως Δεσποτική».

Η απόρριψη της λέξης «δημοκρατία», μέχρι τον 19ο αιώνα, μαρτυρεί πως η κατάρρευση της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας είχε μείνει αξέχαστη σε πολλούς από τους μεταγενέστερους μελετητές της. Ο όρος είχε στην κυριολεξία απαξιωθεί και σχεδόν ταυτιστεί με την οχλοκρατία και τη γενικευμένη βία. Ασφαλώς όταν ο όρος επανεμφανίστηκε αργότερα, ήρθε να ορίσει μια εντελώς νέα πραγματικότητα. Τα περισσότερα σύγχρονα πολιτεύματα της Δύσης είναι φιλελεύθερα και τα πολιτικά συστήματα είναι κοινοβουλευτικά και αντιπροσωπευτικά, όχι «άμεσες» δημοκρατίες.

enallaktikos.gr